ΜΗΧΑΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ .

ΠΑΛΙΑ ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ

Η ομάδα στο Facebook και το ιστολόγιο με τίτλο «ΠΑΛΙΑ ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ» δεν είναι απλώς δύο διαδικτυακοί χώροι· αποτελούν ένα ζωντανό, ψηφιακό αρχείο μνήμης για τον τόπο μας. Μέσα από φωτογραφίες, αφηγήσεις, έγγραφα και προσωπικές ιστορίες, αναβιώνουμε το παρελθόν και διασώζουμε στοιχεία που διαφορετικά θα χάνονταν με τον χρόνο. Στόχος είναι να συνδέσουμε τις παλιές και τις νεότερες γενιές, να θυμηθούμε τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις παραδόσεις που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της Κρύας Βρύσης, και να προσφέρουμε σε όλους την ευκαιρία να ανακαλύψουν ή να ξαναζήσουν την ιστορία του τόπου μας. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο αυτές ομάδες λειτουργούν ως ανοιχτή βιβλιοθήκη μνήμης, στην οποία ο καθένας μπορεί να συμβάλει και να αντλήσει έμπνευση.

23 Ιανουαρίου 2026

( 4994 )

 Ιστορίες Κρύας Βρύσης

Αφηγείται ο Καλαϊτζίδης Θεόδωρος.

Καφενείο ΠΑΪΚΟΝ

Το καφενείο βρισκόταν εκεί ακριβώς όπου είναι σήμερα το σπίτι μας, στην οδό Θεμιστοκλέους. Εκείνα τα χρόνια, γύρω στο 1950, δρόμοι με ονόματα δεν υπήρχαν, έτσι τουλάχιστον μου έλεγαν. Το κτίσμα ήταν χαμηλό, παλιό, στενόμακρο, περίπου πέντε επί δεκαπέντε μέτρα. Δίπλα του υπήρχε μια μικρή στοά και μέσα από αυτήν μια πόρτα πολύ χαμηλή, μόλις ένα μέτρο στο ύψος. Από εκεί μπαίναμε στο σπίτι, που αποτελούνταν από μια κουζίνα και ένα δωμάτιο.

Το όνομα «Πάικο» το πήρε με έναν απλό, σχεδόν τυχαίο τρόπο. Όταν ο πατέρας μου το ετοίμαζε, έψαχνε να του δώσει ένα όνομα. Κάποια μέρα του λέει ένας χωριανός:
«Από το Πάικο δεν ήρθες εσύ στην Κρύα Βρύση; Ονόμασέ το Πάϊκο».
Και έτσι έγινε.

Από τότε όλοι μας γνώριζαν με την ονομασία «Πάικος». Ακόμα και σήμερα, τα εγγόνια μου, τα αγόρια, έτσι τα φωνάζουν. Πολλοί μάλιστα νομίζουν πως αυτό είναι το επίθετό μας. Κάποτε μου έστειλε ένα χαρτί η εφορία. Έγραφε επάνω: «Πάικος Θεόδωρος» και ζητούσε να πάω να τακτοποιήσω τον λογαριασμό μου. Πηγαίνω λοιπόν στην εφορία και δείχνω την ειδοποίηση. Ένας υπάλληλος με γνώριζε, τον ήξερα κι εγώ.
Τον ρωτάω:
«Καλά, πώς με λένε εμένα και μου στείλατε αυτό το χαρτί;»
«Πάϊκο», μου λέει.
«Βρε δεν με λένε Πάικο. Καλαϊτζίδη με λένε».
«Δώσε μου την ταυτότητά σου», μου απαντά. Δεν με πίστευε. Του τη δίνω, τη βλέπει και λέει:
«Κάναμε λάθος».
Τόσο πολύ είχε επικρατήσει αυτό το παρατσούκλι.

Ο πατέρας μου έπινε πάρα πολύ, γι’ αυτό και έφυγε νέος, μόλις στα σαράντα δύο του χρόνια. Το καφενείο το δουλεύαμε εγώ και η μάνα μου ακόμα και πριν πεθάνει. Μετά το γυμνάσιο, μόλις σχολούσα, πήγαινα κατευθείαν εκεί. Εκεί έκανα και τον… dj. Έβαζα τη μουσική στο πικ απ. Θυμάμαι και το γραμμόφωνο που είχαμε, τον πρόγονο του πικ απ.

Οι πελάτες του καφενείου ήταν όλοι τουρκόφωνοι. Ελληνικά δεν άκουγες μόνο τούρκικα. Ήταν οι πρώτοι πρόσφυγες που είχαν έρθει από τη Μικρά Ασία. Έπαιζαν χαρτιά και έπαιζαν για κρέατα ή για ποτά. Για το τραπέζι. Όποιος έχανε, πλήρωνε και στο τέλος έτρωγαν και έπιναν όλοι μαζί, κερδισμένοι και χαμένοι. Και τότε άρχιζε το γλέντι. Γλέντι τρελό.

Όλα γίνονταν μέσα στο καφενείο. Μπόχα, τσιγάρα, καπνίλα. Εξαερισμός δεν υπήρχε κι άλλωστε δεν γνωρίζαμε από τέτοια πράγματα. Θυμάμαι μια εποχή του Πάσχα που το γλέντι κράτησε μια ολόκληρη εβδομάδα. Τότε ο κόσμος ήταν πιο ανέμελος. Δεν είχε τις σκοτούρες που έχει σήμερα. Και με λίγα χρήματα την έβγαζε.

Όπως μου έλεγε η μάνα μου, ο πατέρας μου έφερνε τραγουδίστριες από το 1955 στα πανηγύρια. Εγώ θυμάμαι τον Στάθη, που έπαιζε ούτι, και τη Στάσα, την τραγουδίστρια. Εκείνος έπαιζε ούτι κι εκείνη τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια. Όλοι τουρκόφωνοι. Γινόταν πανικός στο καφενείο.

Όταν πέθανε ο πατέρας μου, πήγαν και έπαιζαν στην ταβέρνα του Σπυριδάκη. Το καφενείο το συνέχισε η μάνα μου μετά τον θάνατό του, με τη βοήθειά μου, μέχρι το 1995, που το νοικιάσαμε στον «Πάγκαλο», τον Κουγιουμτζίδη Νίκο τον Βασιλικό. Εκείνος είχε τη δική του τρέλα: όποιος δεν ήταν βασιλικός, τον έδιωχνε από το καφενείο.

Υπήρχαν πολλοί γλεντζέδες, αυτοί που είχαν έρθει από την Τουρκία. Γλένταγαν, χόρευαν. Πολύ αμανέ και τσιφτετέλι. Μαζί τους κι εγώ. Τσιφτετελάς. Ποντιακά τότε δεν γνωρίζαμε. Όλοι άκουγαν αμανέδες και τσιφτετέλια. Το τραγούδι «σινα ναει γιάβρουμ» ήταν στην πρώτη γραμμή.

Ήταν άλλος κόσμος. Χωρίς έγνοιες.
Πέθαιναν όμως νέοι.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου