Γύρω στο 1968, στο σταυροδρόμι της Υψηλάντου με τη Σωκράτους, χτυπούσε η καρδιά της παιδικής μας ηλικίας. Εκεί μεγαλώσαμε, τρέχοντας ξυπόλυτοι στους χωματόδρομους, παίζοντας κρυφτό, τζαμί, τσαλτίκα, μήλο και τόσα άλλα παιχνίδια που σήμερα μοιάζουν μακρινές αναμνήσεις. Οι φωνές και τα γέλια μας, αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά και δύσκολα άφηναν τους μεγάλους να βρουν λίγη ησυχία.
Δεξιά και αριστερά υψώνονταν οι καπναποθήκες, κομμάτι της ζωής του χωριού εκείνα τα χρόνια. Η χαρακτηριστική μυρωδιά του καπνού που στέγνωνε απλωνόταν παντού και έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου. Το καλοκαίρι η σκόνη σκέπαζε τους δρόμους, ενώ τον χειμώνα οι λάσπες δυσκόλευαν κάθε βήμα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μάτωσα τα πόδια μου ή έσπασα τα νύχια μου πάνω στις πέτρες του δρόμου.
Θυμάμαι ακόμη να διακόπτω το παιχνίδι και να τρέχω λαχανιασμένος προς το σπίτι, φωνάζοντας από μακριά τη μητέρα μου να μου ετοιμάσει το κολατσιό μου. Μια απλή φέτα ψωμί, βρεγμένη ελαφρά και πασπαλισμένη με ζάχαρη. Ήταν αρκετή για να μου δώσει δύναμη να συνεχίσω το παιχνίδι μέχρι να με μαζέψει η μάννα μου από τον δρόμο. Ήταν χρόνια φτωχά σε υλικά αγαθά, αλλά γεμάτα εικόνες, μυρωδιές και στιγμές που έμειναν μέσα στην καρδιά μου και στο μυαλό μου.



















