ΜΗΧΑΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ .

ΠΑΛΙΑ ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ

Η ομάδα στο Facebook και το ιστολόγιο με τίτλο «ΠΑΛΙΑ ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ» δεν είναι απλώς δύο διαδικτυακοί χώροι· αποτελούν ένα ζωντανό, ψηφιακό αρχείο μνήμης για τον τόπο μας. Μέσα από φωτογραφίες, αφηγήσεις, έγγραφα και προσωπικές ιστορίες, αναβιώνουμε το παρελθόν και διασώζουμε στοιχεία που διαφορετικά θα χάνονταν με τον χρόνο. Στόχος είναι να συνδέσουμε τις παλιές και τις νεότερες γενιές, να θυμηθούμε τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις παραδόσεις που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της Κρύας Βρύσης, και να προσφέρουμε σε όλους την ευκαιρία να ανακαλύψουν ή να ξαναζήσουν την ιστορία του τόπου μας. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο αυτές ομάδες λειτουργούν ως ανοιχτή βιβλιοθήκη μνήμης, στην οποία ο καθένας μπορεί να συμβάλει και να αντλήσει έμπνευση.

11 Φεβρουαρίου 2026

( 4997 )

 Αφηγείται ο Καλαϊτζίδης Θεόδωρος. ( Πάϊκος )

Γύρω στο 1965 βρέθηκα να δουλεύω σερβιτόρος στην ταβέρνα του Πάντζου και του Φούτα, τότε που η Κρύα Βρύση έσφυζε από ζωή και τα βράδια μύριζαν κρασί και αρώματα λουλουδιών. Ήταν χρόνια αλλιώτικα χρόνια που το μεροκάματο είχε κόπο, αλλά και μια γλύκα που δεν την βρίσκεις σήμερα.

Ο Πάντζος εκείνη την εποχή δεν «παιζόταν». Είχε τόλμη, διαίσθηση και μια φλόγα που τον έσπρωχνε πάντα να κάνει το κάτι παραπάνω. Έφερε στην Κρύα Βρύση να τραγουδήσει στην ταβέρνα του τον ίδιο τον Βασίλη Τσιτσάνη με τη Ρίτα Σακελαρίου. Ο χώρος έξω από το μαγαζί δεν χωρούσε τον κόσμο που θα μαζευόταν κι έτσι νοίκιασε τον θερινό κινηματογράφο «Τιτάνια» του Δήμου. Εκεί, κάτω από τα αστέρια του καλοκαιριού, στρώθηκαν τραπέζια, άναψαν λαμπιόνια και στήθηκε η γιορτή. Ο Τσιτσάνης με τη Σακελαρίου τραγουδούσαν κι ο κόσμος διασκέδαζε με φαγητό, κρασί, μπύρα. Είσοδος δέκα δραχμές, συν το ποτό και το φαγητό. Μεγάλη επιτυχία, μεγάλες εισπράξεις, μα πιο μεγάλες οι αναμνήσεις από εκείνο το βράδυ.

Δεν έμεινε όμως εκεί. Έφερε κι έναν νέο τραγουδιστή, έναν ανερχόμενο Καζαντζίδη, που τον έλεγαν Καμπάνη, όνομα που του χάρισε ο ίδιος ο Τσιτσάνης, γιατί είχε φωνή καμπάνα, έμοιαζε του Καζαντζίδη. Μα η ξεροκεφαλιά του τον έφαγε. Χάθηκε όπως χάνονται πολλοί ταλαντούχοι, όχι από έλλειψη ταλέντου, αλλά από έλλειψη μέτρου.

Στο πανηγύρι του Αγίου Λουκά έφερε και τον Αγγελόπουλο. Νοίκιασε χώρο, έστησε σκηνή, κι εκεί, μέσα στη σκόνη και στα φώτα, η φωνή του απλωνόταν σε όλο το χωριό.

Τα χρήματα που έβγαζε ο Πάντζος δεν τα κρατούσε. Τα έπαιρνε και κατέβαινε στο Καραμπουρνάκι, στη Θεσσαλονίκη, εκεί που τότε χτυπούσε η καρδιά της διασκέδασης. Υπήρχε εκεί ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας, ο Παντελής, έτσι νομίζω τον έλεγαν. Αν θυμάμαι καλά το όνομα του μαγαζιού λεγόταν Καλαμίτσι. Αυτός παρατηρούσε τον Πάντζο να φτάνει φορτωμένος με λεφτά και να τα αφήνει όλα στο μαγαζί του. Δεν άργησε να καταλάβει. Έμαθε ποιος ήταν και σκέφτηκε έξυπνα: τις καθημερινές, όταν οι φίρμες του δεν είχαν εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη, τις έστελνε να τραγουδήσουν στην Κρύα Βρύση, στου Πάντζου. Τα Σαββατοκύριακα πίσω στη Θεσσαλονίκη. Έτσι κέρδιζαν όλοι, μα πιο πολύ εκείνος. Να βγάζει λεφτά ο Πάντζος, για να τα ξοδεύει πάλι στο μαγαζί του.

Από τα ονόματα που πέρασαν από την Κρύα Βρύση θυμάμαι τον Μίμο Άντριους, τη Χαρούλα Λαμπράκη, τον Νίκο Ξανθόπουλο, τη Θάλεια και τόσους άλλους. Όλα τα μεγάλα ονόματα του τραγουδιού εκείνη την εποχή στην Ελλάδα πέρασαν από την Κρύα Βρύση. Το μικρό μας χωριό έμοιαζε, έστω και για λίγο, με μεγάλο κέντρο.

Κάποια στιγμή ο Πάντζος με έκανε «μαρκαδόρο». Τσέκαρα τι έβγαινε από την κουζίνα, κρατούσα λογαριασμούς, πρόσεχα το ταμείο. Θυμάμαι μια Κυριακή του 1966, χωρίς καμία φίρμα στο μαγαζί, κάναμε τζίρο 37.000 δραχμές. Αστρονομικό ποσό για την εποχή. Για να καταλάβει κανείς, με 100.000 δραχμές τότε αγόραζες διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη.

Εκείνο το βράδυ, όταν τελειώσαμε, ήρθε ο Πάντζος και με ρώτησε:
«Τι κάναμε;»
«Τριάντα εφτά χιλιάδες», του είπα.
«Πληρώθηκαν τα παιδιά;»
«Πληρώθηκαν.»

Μου έδωσε επιπλέον 500 δραχμές και μου λέει:
«Πάρε τηλέφωνο τον τρελό να μας πάει Θεσσαλονίκη.»

Ο «τρελός» ήταν ένας ταξιτζής. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη με γεμάτες τσέπες και γύριζε το πρωί άφραγκος. Όλα τα άφηνε εκεί, στα μπουζούκια, στα ποτά, στη νύχτα. Κι έτσι δέθηκε ο κύκλος: ο Θεσσαλονικιός επιχειρηματίας έστελνε τις μεγάλες φίρμες στην Κρύα Βρύση τις καθημερινές, ο Πάντζος έβγαζε λεφτά, κι ύστερα τα σκόρπιζε στη Θεσσαλονίκη. Ένας αέναος χορός χρημάτων και τραγουδιών.

Το 1968 μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη. Έτρωγα συχνά σε ένα διπλανό εστιατόριο και γνώρισα τον ιδιοκτήτη. Μια μέρα μου είπε πως θα μου γνωρίσει μια φίλη του. Ήρθε, ήταν τραγουδίστρια. Όταν έμαθε πως είμαι από την Κρύα Βρύση, με ρώτησε αν γνωρίζω τον Πάντζο.

«Και βέβαια τον γνωρίζω», της απάντησα.

Με κοίταξε και μου είπε:
«Ο Πάντζος έχει φάει τόσα λεφτά, που θα μπορούσε να αγοράσει οκτώ πολυκατοικίες στη Θεσσαλονίκη.»

Κι αυτό δεν ήταν υπερβολή.

Ήταν χρόνια που το χρήμα έρεε, που η διασκέδαση ήταν τρόπος ζωής, που τα βράδια κρατούσαν ως το ξημέρωμα και κανείς δεν σκεφτόταν το αύριο. Η Κρύα Βρύση έζησε τότε τη δική της χρυσή εποχή, μια εποχή γεμάτη με τραγούδια, θόρυβο, πάθος και σπατάλη. Και όσοι τη ζήσαμε, τη θυμόμαστε σαν ένα μεγάλο, ατέλειωτο γλέντι που κάποτε, έσβησε απότομα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου